Το Χωριό

Το χωριό Μαρί βρίσκεται 39 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης της Λάρνακας. Είναι κτισμένο σε μέσο υψόμετρο 80 μέτρων. Στα ανατολικά του οικισμού ρέει ο Βασιλικός ποταμός.

Το χωριό υπήρχε με αυτή την ονομασία από τα Μεσαιωνικά χρόνια. Βρίσκεται σημειωμένος σε παλαιούς χάρτες με το όνομα Marin. Ο Ντε Μας Λατρί το αναφέρει σαν φέουδο που παραχωρήθηκε από τον βασιλιά σε ευγενείς.

Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν αρκετές εκδοχές. Μια εκδοχή αναφέρει ότι ήταν το αρχαίο χωριό Μάριον. Αυτό απορρίπτεται για τον λόγο ότι το χωριό Μάριον είναι στη περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς. Στη περιοχή του Μαρί στη τοποθεσία Μεσοβούνι υπήρχε αρχαίος οικισμός της εποχής του σιδήρου. Το 1881 βρέθηκε στη περιοχή μια νεκρόπολη της οποίας τα ευρήματα στάλθηκαν στο Βρεττανικό Μουσείο. Το 1893 ανακαλύπτεται και άλλη νεκρόπολη της εποχής του χαλκού.
Κοντά στο χωριό είναι ο νεολιθικός συνοικισμός της Τέντας, ενώ στη περιοχή υπάρχουν και άλλοι αρχαιολογικοί χώροι.(Καλαβασός, Χοιροκοιτία, Μαρώνι).
Εκτός από τους προϊστορικούς οικισμούς βρέθηκαν στη περιοχή και ίχνη πόλεως των Ιστορικών χρόνων, ενώ το 1979 βρέθηκε στο χωριό και τάφος των Κυπρο-Αρχαϊκών χρόνων. Συνεπώς η περιοχή κατοικείτο και κατά τα Προϊστορικά και Ιστορικά χρόνια.
Μια άλλη εκδοχή για την ονομασία του χωριού αναφέρει ότι το πήρε από την Αγία Μαρίνα. Πράγματι η παλιά εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στην Αγία Μαρίνα.
Μια Τρίτη άποψη θεωρεί ότι το χωριό πήρε την ονομασία του από κάποιον Μαρίνι στα χρόνια της Φραγκοκρατίας.
Η πιο σωστή άποψη θεωρεί ότι το χωριό κατοικοίτο πριν τη περίοδο της Φραγκοκρατίας και κατά την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ονομαζόταν Αγία Μαρίνα. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας μετετράπη από τους Φράγκους σε Marin, και αργότερα μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα Μαρί.
Οι τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού το ονόμαζαν Tatli Su που σημαίνει γλυκό νερό. Μετά τη τουρκική κατάκτηση της Κύπρου το χωριό εκτουρκίστηκε. Μέχρι τον 19ον αιώνα παρέμεινε τουρκικό και αργότερα λόγω των μεταλλείων της περιοχής, που πρόσφεραν απασχόληση, κατοικήθηκε και από Έλληνες και έγινε μεικτό.

Σύμφωνα με το Χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά στη περιοχή του χωριού αποβιβάσθηκε στη Κύπρο η Αγία Ελένη. Από αυτό το γεγονός ονομάστηκε και ο ποταμός της περιοχής Βασιλοπόταμος.

Το χωριό γνώρισε συνεχής μεταβολές του πληθυσμού του. Το 1881 οι κάτοικοι του χωριού ήταν 248, που αυξήθηκαν στους 270 το 1891 και στους 298 το 1901. Το 1911 οι κάτοικοι αυξήθηκαν στους 367 και το 1921 στους 436. Νέα αύξηση είχαμε και το 1931 με τους κατοίκους να ανέρχονται στους 444. Το 1946 ο πληθυσμός αυξήθηκε στους 580 (542 τουρκοκύπριοι και 38 ελληνοκύπριοι). Το 1960 οι κάτοικοι ανήλθαν στους 923. Το 1973 στο χωριό κατοικούσαν 964 τουρκοκύπριοι. Μετά τη τουρκική εισβολή του 1974 στη Κύπρο, οι τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού εξαναγκάσθηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν, μαζί με όλους τους άλλους τουρκοκύπριους των ελεύθερων περιοχών, για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο Μαρί ελληνοκύπριοι πρόσφυγες από το βόρειο κατεχόμενο τμήμα του νησιού. Οι περιοχές αυτές είναι: Καλογραία Κερύνειας, Άγιος Επίκτητος, Κλεπίνη, Κουτσοβέντη, Καλοψίδα, Πηγή, Έξω Μετόχη, Γαλήνη, Κοντέα, Αγία Τριάδα, Αμμόχωστος, Αργάκι, Περιστερώνα Αμμοχώστου, Αγκαστίνα, Πραστειό Αμμοχώστου, Γύψου, Ακανθού, Καπούτι, Λύση, Μηλιά, Δαυλός, Μακράσυκα, Στύλλους, Ζώδια και Αχερίτου. Το 1976 οι κάτοικοι της κοινότητας αριθμούσαν τους 651 για να μειωθούν το 1982 στους 478. Στην απογραφή τους 2001 οι κάτοικοι ανέρχονται στους 175.

Στα νοτιοδυτικά της επαρχίας Λάρνακας, μόλις 39 χιλιόμετρα από την πόλη της, ξεπροβάλλει το Μαρί. Είναι το τελευταίο χωριό της επαρχίας Λάρνακας και αποτελεί το φυσικό σύνορο της επαρχίας Λάρνακας με τη Λεμεσό. Μ’ άλλα λόγια βρίσκεται νοτιανατολικά της Καλαβασού και νότια του Ζυγιού.

Αρχίζοντας κανείς την περιδιάβαση του στην κοινότητα, θα συναντήσει αρκετά αναπαλαιωμένα σπίτια καθώς και το τουρκοκυπριακό κοιμητήριο. Στην συνέχεια, υψώνεται το παλιό δημοτικό σχολείο της κοινότητας, το οποίο θα μετατραπεί σε πολιτιστικό κέντρο, αγροτικό μουσείο και εργαστήρι αγροτικής τέχνης.

Στη συνέχεια, συναντά κανείς το Τζαμί, το οποίο εγκαταλείφθηκε το 1974, όταν οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της κοινότητας μεταφέρθηκαν στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα του νησιού.

Ιδιαίτερα επιβλητικό είναι το Παλιό Αρχοντικό με τα μεγάλα παράθυρα και  το μικρό μπαλκόνι, το οποίο διατηρεί το παραδοσιακό ύφος. Σ’ αυτό, σήμερα, παρασκευάζονται παραδοσιακά ψωμιά.

Ακολούθως, βρίσκεται το ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας, το οποίο θεωρείται ανεκτίμητης ιστορικής αξίας. Ανάγεται στα μεσαιωνικά χρόνια και γι’ αυτό  και Κοινοτικό Συμβούλιο σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων θα προχωρήσουν στην ανοικοδόμηση του.

Αμέσως μετά, ο επισκέπτης θα οδηγηθεί στον πυρήνα της κοινότητας. Εκεί θα συναντήσει το Κοινοτικό Συμβούλιο και έναντι της ένα μικρό μπακάλικο.

Αξίζει κανείς να επισκεφθεί την πλατεία με το Κοινοτικό Πάρκο. Στο κέντρο του Κοινοτικού Πάρκου, ορθώνεται το μνημείο που ανεγέρθηκε προς τιμή του αγνοουμένου Ανδρέα Αλεξάνδρου. Πλησίον του Μνημείου βρίσκεται μια εκ των εκκλησιών της κοινότητας, οικοδόμημα του 20ου αιώνα, η οποία  είναι αφιερωμένη στην Αγία Μαρίνα και τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Στα βορειοανατολικά της κοινότητας συναντάται το ξωκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Το μικρό αυτό λιθόκτιστο ξωκλήσι βρίσκεται σ’ ένα μικρό ύψωμα με θέα την παραλία. Στην ίδια περιοχή, δηλαδή στο βορειοανατολικό άκρο της κοινότητας, βρίσκεται η κτηνοτροφική περιοχή.

Άλλα αξιοθέατα της κοινότητας είναι το Χάνι του Χατζηλοΐζου, καθώς και το παλιό γεφύρι, που βρίσκεται δίπλα του. Αμφότερα θα αναπαλαιωθούν με έξοδα του κοινοτικού συμβουλίου και του Τμήματος Αρχαιοτήτων.

Στην κοινότητα λειτουργούν δυο λιμάνια, ένα εμπορικό και ένα ψαρολίμανο. Το τελευταίο, χωρίς αμφιβολία, προσδίδει στην κοινότητα «ξεχωριστό χρώμα». Θα λέγε κανείς πως η ομορφότερη στιγμή της ημέρας είναι όταν τα ψαροκάικα μπαρκάρουν στο γραφικό λιμανάκι.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως καθ’ όλη την περιδιάβαση στην κοινότητα, παρατηρεί κανείς μια εναλλαγή καλλιεργήσιμης γης με εκτάσεις άγριας βλάστησης.

Πηγή:
Κοινοτικό Συμβούλιο

Προγραμματιζόμενα
  • Συντήρηση και αναπαλαίωση του παλιού δημοτικού σχολείου και μετατροπή του σε πολιτιστικό κέντρο, αγροτικό μουσείο και εργαστήρι αγροτικής τέχνης.
  • Συντήρηση και αναπαλαίωση του αρχαίου γεφυριού που βρίσκεται δίπλα από το χάνι.
  • Δημιουργία νέας κτηνοτροφικής ζώνης.

Το κοινοτικό συμβούλιο Μαρί έχει δώσει μεγάλη σημασία στα πολιτιστικά της κοινότητας. Πρωτοστατεί στην διοργάνωση του Πολιτιστικού Φεστιβάλ, που γίνεται κάθε χρόνο στις 17 Ιουλίου όπου τιμάται η μνήμη της Αγίας Μαρίνας. Στο Φεστιβάλ αυτό παρουσιάζονται Κυπριακοί χοροί, ελληνικά και ξένα συγκροτήματα παραδοσιακών χορών, σάτιρα, απαγγελίες ποιημάτων και τσατιστών.

Κάθε Δευτέρα του Πάσχα διοργανώνονται παραδοσιακά παιγνίδια στον περίβολο της εκκλησίας και στο κοινοτικό πάρκο. Στη διάρκεια των πασχαλινών εκδηλώσεων προσφέρεται δωρεάν φαγητό ποτό και κόκκινα αυγά.

Διοργανώνεται κάθε χρόνο η εκδρομή του κοινοτικού συμβουλίου σε διάφορα μοναστήρια και εκκλησίες στη Κύπρο. Στην εκδρομή αυτή λαμβάνουν μέρος όλοι οι κάτοικοι της κοινότητας.

Το Κοινοτικό συμβούλιο σε συνεργασία με την Τράπεζα Αίματος διοργανώνει δύο φορές το χρόνο αιμοδοσία.

Κάθε 14 Οκτωβρίου, παγκόσμιας μέρας της αγρότισσας, διοργανώνεται η «Κυριακή της Αγρότισσας». Στόχος της εκδήλωσης αυτής είναι η γνωριμία των νέων γενεών με την αγροτική ζωή. Γίνεται παρουσίαση της κατασκευής πατροπαράδοτων εδεσμάτων όπως χαλούμι, ψωμί, σουτσούκο και άλλων εύγεστων προϊόντων.

Πυρογραφία

Ξυλογλυπτική

Χωριάτικο Ψωμί

Το Ψωμί από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν το βασικό είδος διατροφής. Σήμερα εξακολουθεί να είναι όχι μόνο το πιο βασικό αλλά και το πιο εύγεστο τρόφιμο. Μια μεγάλη ποικιλία ψωμιών είναι στην διάθεση των καταναλωτών καθημερινά.

Στο Μαρί όμως υπάρχει το παραδοσιακό ψωμί που κατασκευάζεται με τον παλιό πατροπαράδοτο τρόπο. Είναι το γνωστό χωριάτικο ψωμί. Ο τρόπος κατασκευής του γίνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως τον έκαναν οι πρόγονοι μας σε διάφορες περιοχές του νησιού.

Μια γυναίκα από την Μηλιά Αμμοχώστου, η κ. Χριστίνα Χατζούλλα, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατασκευάζει το χωριάτικο ψωμί με τον ίδιο τρόπο που το κατασκεύαζε ο πατέρας της, ο παππούς της και ο προπάππος της.

Τρόπος κατασκευής.

Η κατασκευή του ψωμιού γίνεται με προζύμι. Η κατασκευή του προζυμιού γίνεται με τον Αγιασμό του Τιμίου Σταυρού που γίνεται στις 14 Σεπτεμβρίου. Με το Αγίασμα αυτό και λίγο αλεύρι γίνεται μέρος του προζυμιού. Μένει 3 μέρες σκεπασμένο για να γίνει η πρώτη ζύμωση. Ακολούθως προσθέτετε ακόμη λίγος Αγιασμός και λίγο αλεύρι ζυμώνονται όλα μαζί και μετά από 3 μέρες γίνεται η ίδια διαδικασία. Έτσι μετά από εννιά μέρες έχουμε έτοιμο το προζύμι. Το προζύμι αυτό ανανεώνεται και διατηρείται ολόχρονα.

Από το βράδυ το προζύμι είναι έτοιμο. Πρέπει το προζύμι να διαλυθεί με λίγο χλιαρό νερό. Έπειτα ανακατεύουμε το προζύμι με χωριάτικο αλεύρι, φαρίνα, νερό και λίγο αλάτι, μέχρι να γίνει η ζύμη κατάλληλη. Ακολούθως γίνεται το κόψιμο του σε τεμάχια περίπου ενός κιλούβάρος, αλευρώνεται (δκιάρτισμα) και μετά τοποθετούνται στο κουποσάνιδο (ειδικό πατροπαράδοτο ξύλινο εργαλείο που χρησιμοποιείται για την κατασκευή του ψωμιού) που είναι ήδη σκεπασμένο με ύφασμα. Σε κάθε κούπα του κουποσάνιδου υπάρχει αλεύρι με σπόρους μαυρόκοκκου (αρωματικοί σπόροι). Σκεπάζονται με κουβέρτα για τρεις περίπου ώρες. Ο παραδοσιακός φούρνος είναι ήδη έτοιμος στην απαιτούμενη θερμοκρασία και ακολούθως τα ψωμιά με την βοήθεια του φουρνόφτιου (μακρύ ξύλινο εργαλείο που με αυτό βάζουν τα ψωμιά στο φούρνο) αφού προηγουμένως τα ψωμιά έχουν χαραχθεί με λεπίδα μπαίνουν στο φούρνο για ψήσιμο που διαρκεί μια ώρα. Στην συνέχεια τα ψωμιά πάλι με την βοήθεια του φουρνόφτιου βγαίνουν από τον φούρνο και είναι έτοιμα για κατανάλωση.

Με τον ίδιο τρόπο γίνονται εκτός από το κανονικό ψωμί, το μαύρο ψωμί, το ψωμί ολικής αλέσεως, παξιμάδια, γλισταρκές, άρτοι, παννυχίδες για γιορτές και μνημόσυνα στην εκκλησία.


Παραδοσιακό Χαλλούμι

Λόγω της σύνθεσης της προσφυγικής κοινότητας Μαρί οι παραδοσιακές κατασκευές του χαλουμιού είναι από τις διάφορες περιοχές των κατεχομένων εδαφών της Κύπρου.

Το χαλούμι είναι πατροπαράδοτο προϊόν της Κύπρου και κατασκευάζεται από αιγοπρόβειο γάλα.

Η κατασκευή του γίνεται ως ακολούθως :
Μέσα σε παραδοσιακό χαρτσί (ειδικό μεγάλο χάλκινο καζάνι) βράζεται το γάλα σε χαμηλή θερμοκρασία και μετά προσθέτεται η πυδκιά (ειδική σκόνη για να πήξει το γάλα). Μετά από μία περίπου ώρα το γάλα θα πήξει και ακολούθως γίνεται το κόψιμο και μάζεμα του σε ειδικά ταλάρια. Ακολουθεί η πίεση του χαλουμιού με τα χέρια για να αφαιρεθούν όλα τα υγρά από το υλικό. Μετά την πίεση του το υλικό που μένει τοποθετείται στο τυροσκάμνι (παραδοσιακό εργαλείο) και κομματιάζεται σε τεμάχια των 200 περίπου γραμμαρίων. Το υπόλοιπο υγρό που έμεινε στο χαρτσί ξαναζεσταίνεται σε ψηλή θερμοκρασία και παράγεται η αναρή. Η αναρή επιπλέει στο χαρτσί και ακολούθως μαζεύεται και τοποθετείται στη κουρούκλα (ειδικό λεπτό ύφασμα) μέχρι να στεγνώσει. Η αναρή τρώγεται φρέσκα με μέλι ή ζάχαρη. Ακολούθως κομματιάζεται, αλατίζεται και ξεραίνεται στον ήλιο για να χρησιμοποιηθεί μετά σαν τρίμμα στην κατασκευή διάφορων άλλων φαγητών.

Τα κομμάτια των χαλουμιών στη συνέχεια τοποθετούνται πίσω στο χαρτζί στο νορό (το υγρό που έμεινε) και ζεσταίνονται σε χαμηλή φωτιά μέχρι να ψηθούν. Η διαδικασία ψησίματος διαρκεί περίπου 60 με 90 λεπτά και καθ΄όλη την διάρκεια του ψησίματος τα χαλούμια πρέπει να ανακατεύονται με ειδική κουτάλα κατά διαστήματα. Όταν τα χαλούμια ψηθούν επιπλέουν στην επιφάνεια του χαρτζιού. Μετά το ψήσιμο τους τα χαλούμια τοποθετούνται ξανά στο τυροσκάμνι μέχρι να κρυώσουν και ακολούθως αλατίζονται και προσθέτονται διάφορα αρωματικά είδη όπως ο διόσμος. Μετά τοποθετούνται σε μεγάλα γυάλινα ή πλαστικά δοχεία. Μετά από δύο μέρες τοποθετείται ο ανάλογος νορός στα δοχεία αφού πρώτα αλατιστεί. Όσος νορός περισσέψει γίνεται τροφή για τα γουρούνια.

Με αυτό τον τρόπο το πατροπαράδοτο κυπριακό χαλούμι έρχεται στο σπίτι σας για να σας προσφέρει την μοναδική του γεύση.

Από τα παλιά χρόνια οι κάτοικοι της κοινότητας Μαρί ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Όλοι οι τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν και αυτoί με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Μετά την Τουρκική εισβολή του 1974 όταν οι τουρκοκύπριοι αναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να μεταβούν στα κατεχόμενα και ελληνοκύπριοι πρόσφυγες ήρθαν και κατοίκησαν στο χωριό, η γεωργία και η κτηνοτροφία εξακολουθούσε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι το κύριο βιοποριστικό επάγγελμα τους.

Στο τομέα της γεωργίας σήμερα στην περιοχή της κοινότητας, καλλιεργούνται βασικά τα σιτηρά, κτηνοτροφικά φυτά (τριφύλλι το οποίο είναι πολυετές φυτό, καλαμπόκι το οποίο είναι εποχιακό, κ.λ.π.), κηπευτικά (πατάτες, λαχανικά, πεπονοειδή). Σήμερα λειτουργούν αρκετές μονάδες θερμοκηπίων οι οποίες προσφέρουν ολόχρονα διάφορα είδη. Επίσης στη περιοχή ευδοκιμεί η καλλιέργεια της ελιάς και της χαρουπιάς.

Ο τομέας της κτηνοτροφίας είναι πολύ ανεπτυγμένος στην κοινότητα. Υπάρχουν τρεις μεγάλες και σύγχρονες μονάδες αγελαδοτροφίας  καθώς επίσης και δεκαπέντε μονάδες ποιμενοτροφίας. Από τις μονάδες αυτές της κτηνοτροφίας παράγεται γάλα το οποίο διοχετεύεται στην αγορά είτε για την κατασκευή του παραδοσιακού χαλουμιού και γιαουρτιού είτε για παστερίωση φρέσκου γάλακτος.  Επίσης τροφοδοτούν την αγορά με φρέσκο βοδινό κρέας καθώς  και με αρνάκια γάλακτος.

Το 90% του ενεργού πληθυσμού της κοινότητας ασχολείται με τον τομέα της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.

Στο Μαρί από γενιά σε γενιά διασώθηκαν αρκετά από τα τοπωνύμια. Οι ονομασίες των τοποθεσιών σχετίζονται άλλοτε με τοπικές παραδόσεις ή μύθους και άλλοτε με την μορφολογία του εδάφους. Στην συνέχεια, παρατίθεται ένας σύντομος κατάλογος με τα τοπωνύμια:

  • Κόλυμπος
  • Αμμόκρεμoς
  • Κάτσιμο
  • Κούπετρα
  • Καφκάλια
  • Καψαλιά
  • Λούρα
  • Πατσελία
  • Ψουμάδες
  • Κάψαλος
  • Μαζέρα
  • Φαρσούνια
  • Λευκαρίτες
  • Λάκκος
  • Βασίλη
  • Κρεμός του Σανί
  • Αμαξίκη
  • Μαύρα Λιθάρκα
  • Μερσινούδια
  • Αργάκι του Μαύρου
  • Μέρικα
  • Λαξίδκια της Αντώνας
  • Παμπούλα
  • Μεσόκαμπος

Φωτογραφικό Άλπουμ

Λεύκωμα Εκδηλώσεων

Εικονική Περιήγηση

Βίντεο

© Copyright 2019 - Μαρί / Designed & Developed by NETinfo Plc